Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἐλπὶς



Περικοπὴ ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα «Λουκῆς Λάρας» τοῦ Δημητρίου Βικέλα

… Ἀπὸ τῆς πρώτης λοιπὸν ἡμέρας ἐμαύρισε δι’ ἡμᾶς ὁ ὁρίζων καὶ μᾶς κατεπλάκωσε τὴν ψυχὴν ἡ ἀνησυχία καὶ ὁ φόβος.
   Αἱ λέξεις αὗται, ἀνησυχία, φόβος, συχνάκις ἤδη διέφυγον τὸν κάλαμόν μου. Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ ἐπιδείξω γενναιότητα, τὴν ὁποίαν οὔτε εἴχομεν, οὔτε ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν; Μή, ἀναγνῶστα, μειδιάσῃς, ἀναλογιζόμενος ὅτι εἶμαι Χῖος καὶ ἀποδίδων εἰς φυλετικὴν δῆθεν ἰδιοσυγκρασίαν τὴν ἀτολμίαν μου. Ἤθελα νὰ σ’ ἔβλεπα τότε εἰς τὴν θέσιν μου, ὅσον γενναῖος καὶ ἂν φρονῇς ὅτι εἶσαι. Ἄοπλοι, ἀπροστάτευτοι, ταπεινωμένοι ἀπὸ τὴν δουλείαν, ἐκτεθειμένοι εἰς τοῦ πρώτου ἐξηγριωμένου Τούρκου τὴν ὀργὴν ἢ καὶ τὴν μάχαιραν, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἐλπίδος τοῦ νὰ τύχωμέν ποτε δικαιοσύνην ἢ κἂν ἐκδίκησιν, πῶς ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς, οἱ ταπεινοὶ ἔμποροι τοῦ Χανίου τῆς Σμύρνης, νὰ ἔχωμεν γενναιότητα; Ὑπομονὴν μόνον εἴχομεν, μᾶς ἐχρειάζετο δὲ ὑπομονὴ πολλή, διότι ἡ ζωή μας ἔκτοτε ἦτο διαρκὴς ἀγωνία καὶ μακρὸν μαρτύριον. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἡ ὑπομονὴ τὰ ὅριά της. Ἐνίοτε ἐξαντλεῖται καὶ τὴν διαδέχεται τότε εἴτε ἡ ἀπόγνωσις, εἴτε ἡ ἀπελπισία ἐκείνη ἡ ἄγουσα εἰς τὸν ἡρωϊσμόν. Πολλὰ ἡρωϊσμοῦ παραδείγματα καὶ κατὰ τὴν ἑλληνικὴν ἐπανάστασιν καὶ εἰς τὴν γενικὴν τῶν ἀνθρώπων ἱστορίαν, τὴν γραπτὴν καὶ τὴν ἄγραφον, εἶναι ἴσως ἀπελπισίας τοιαύτης παραγόμενα. Ἐμὲ ὁ θεὸς μ’ ἐφύλαξεν ἀπὸ τὴν ἀπόγνωσιν, ἡ δὲ φύσις δὲν μὲ προητοίμασε διὰ τὴν ἀπελπισίαν τοῦ ἡρωϊσμοῦ. Ἀλλ’ ὅμως ποτὲ δὲν μοῦ ἐξηντλήθη ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἐλπίς, καὶ πολλάκις ἐδόξασα ἐπὶ τοῦτῳ τὸν Ὕψιστόν.

Πίνακας: Eugène Delacroix - Le Massacre de Scio


Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Ἡ λίμνη

 

Ἦταν προχθὲς κορίτσια στὸ χορὸ
ὅλα λουλούδια, ὅλα μυρωδιά,
ἄχ! τ’ ἀγαποῦσα ὅλα, καὶ θαρρῶ
καὶ γι’ ἄλλα τόσα μοῦ’μενε καρδιά.


Τὸ κρίμα μου τὸ λέγω, δὲν μπορῶ
ἀτάραχος νὰ δῶ τὴν ὀμορφιά.
Ἄχ! μὲ τῆς λίμνης μοιάζω τὸ νερὸ
ποὺ ὅ,τι περνᾶ ἀφήνει ζωγραφιά.
 
Μ’ ἂν ζωγραφίζ’ ἡ λίμνη καθετί,
περνάει αὐτὸ κι’ ἡ ζωγραφιὰ περνᾶ.
Καὶ μοναχὰ τοῦ οὐρανοῦ κρατεῖ
τὴ ζωγραφιὰ πιστά, παντοτινά.
 
Ἄφησε ὅλοι νὰ μὲ λὲν τρελὸ
καὶ μὴ σὲ μέλλει, ἀγάπη μου χρυσή.
Ἂν εἶμαι λίμνη, μ’ ὅλες ἂν γελῶ,
ὁ οὐρανὸς τῆς λίμνης εἶσ’ ἐσύ.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΜΠΑΣ

Πίνακας: Women bathing at the brook – Ferdinand Georg Waldmuller


Πηγὴ Βικιθήκη 


Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Τρία ἐπιγράμματα τοῦ Σίμου Μενάρδου


ΙΙΙ

Νά τὸ καντούνι π’ ἀγαπῶ μέσ’ τοῦτο τὸ στενό,
π’ ἀκούω μιὰ νὰ τραγουδῇ κ’ ἐκείνη πῶς περνῶ·
καὶ τότε – ‘δὲς καμώματα – στὴς γλάστρες της δειλὰ
προβάλλει, κιἅμα την ἰδῶ, τραυιέται καὶ γελᾷ.
Τοῦ Λαύρα.

ΔΙ

Ἔλα νὰ δῇς, ἀγάπη μου, πῶς ὁ κολπίσκος μοιάζει
σὰν πίσω ἀπ’ τὸν ἀμέθυστο τοῦ βράχου ὁ ἥλιος γείρῃ-
Στιγμὲς ὀνείρου. Ἡ θάλασσα δὲν λάμπει σὰν ζαφείρι,
σὰν τὸ σμαράγδ’ ἡ ἀκρογιαλιά, κ’ ἡ δύσι σὰν τοπάζι;

ΔΔΔΠΙ

Τὸ διάβα σου σὰν ἄνοιξι, καὶ πῶς νὰ λησμονῶ
ποὔβλεπα ῥόδ’, ἀγάπη μου, στὴν ὄψι σου ν’ ἀνθοῦσαν
καὶ ξάνοιγα στὰ μάτια σου βαθύτερο οὐρανὸ
καὶ τὰ φιλιὰ στὰ χείλη μας ἐγλυκοκελαδοῦσαν.

Πίνακας: Naked Woman Lying on a Couch - Gustave Caillebotte

 

 

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

Μισὴ ὥρα



Μήτε σὲ ἀπέκτησα, μήτε θὰ σὲ ἀποκτήσω
ποτέ, θαρρῶ. Μερικὰ λόγια, ἕνα πλησίασμα
ὅπως στὸ μπὰρ προχθές, καὶ τίποτε ἄλλο.
Εἶναι, δὲν λέγω, λύπη. Ἀλλὰ ἐμεῖς τῆς Τέχνης
κάποτε μ’ ἔντασι τοῦ νοῦ, καὶ βέβαια μόνο
γιὰ λίγην ὥρα, δημιουργοῦμεν ἡδονὴν
ἡ ὁποία σχεδὸν σὰν ὑλικὴ φαντάζει.
Ἔτσι στὸ μπὰρ προχθές – βοηθῶντας κιόλας
πολὺ ὁ εὐσπλαχνικὸς ἀλκολισμός –
εἶχα μισὴ ὥρα τέλεια ἐρωτική.
Καὶ τὸ κατάλαβες μὲ φαίνεται,
κ’ ἔμεινες κάτι περισσότερον ἐπίτηδες.
Ἦταν πολλὴ ἀνάγκη αὐτό. Γιατὶ
μ’ ὅλην τὴν φαντασία, καὶ μὲ τὸ μάγο οἰνόπνευμα,
χρειάζονταν νὰ βλέπω καὶ τὰ χείλη σου,
χρειάζονταν νἆναι τὸ σῶμα σου κοντά.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Πίνακας: Soda Fountain - William James Glackens


Σάββατο 10 Μαΐου 2014

Ἡ προσδοκία ἑνὸς ἐραστοῦ

Ἀπὸ παιδάκι ἀθόρυβα τὴ χάρη της δουλεύω·
στὸν ἔρωτά της τὸν κρυφὸ τὴ νιότη μου ἀσωτεύω,
μὰ κάποτε θὰ μοῦ δοθεῖ τὸ δῶρο ποὺ γυρεύω.

Κι ἂν εἶναι καὶ τὰ μάτια μου νὰ ἰδοῦν τὸ ὡραῖο της σῶμα
μὲ κάνα Φαῦνο ἢ Σάτυρο νὰ κυλιστεῖ στὸ χῶμα
θὰ πνίξω τὸ παράπονο καὶ θὰ προσμένω ἀκόμα.

Μὰ κάποτε, ὅταν ἔφηβος ὡραῖος κι ἐγὼ θὰ γίνω,
τὸ ἐρωτικὸ τραγούδι μου θ’ ἀκούσει καὶ τὸ θρῆνο
καὶ ξαφνιασμένη, τρυφερὰ θὰ μὲ καλέσει: Μίνω…

Ἂ! Θ’ ἀγαπήσει κάποτες ἡ δέσποινα κι ἐμένα
καὶ μ’ ἕνα ἀπὸ τὰ χείλη της φιλὶ τ’ ἀγαπημένα
τὴ μυστικιά της ὀμορφιὰ θὰ ἐμπιστευτεῖ σ’ ἐμένα…

ΜΙΝΩΣ ΖΩΤΟΣ

Πίνακας: Frederic Leighton - Erotic image

 

 

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Ἐρινύες


Παλιὰ τραγούδια μακρινὰ χαμένα ἀπὸ καιρὸ
Μὲς σὲ στιγμὲς ἀγγελικὲς ἢ μέσα στ᾿ ὄνειρό μου,
Τώρα πού, ἐντός μου, τίποτα δὲν μένει πιὰ γερὸ
Τὸ βράδυ ποὺ σᾶς θυμηθῶ μοιάζει μὲ βράδυ τρόμου.


Κι ἐσᾶς ποὺ πάντα φύλαγα, γιὰ μία παρηγοριὰ
- Σὰ μιὰ στερνὴ καὶ μαγικὴ παρηγοριὰ δική μου
Σᾶς βλέπω τώρα, ξαφνικὰ ν᾿ ἀλλάζετε θωριὰ
Καὶ νά ῾στε ἀπ᾿ ὅλες τὶς πληγές, ἡ πιὸ μαρτυρική μου!


Γιὰ αὐτό, σφαλώντας τὴ ματιὰ πηγαίνω νὰ χαθῶ.
Μὲς στοὺς πικρούς σας ἐμπαιγμοὺς καὶ μὲς στὶς εἰρωνεῖες,
Τώρα ποὺ τίποτα γερὸ δὲν ἔμεινε κι ὀρθὸ
- τραγούδια μου Ἐρινύες!..


ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Πίνακας: William-Adolphe Bouguereau - Orestes & Furies



 

Τάμα



Κόρη ἀφράτη μὲ στήθια σὰν τὸ γάλα,
Μ’ ὁλόξανθα μαλλιὰ σὰν τὸ χρυσάφι,
Μὲ μάγουλα π’ ὁ Ἔρωτας τὰ βάφει
Ρόδισμα οὐράνιο ραίνοντας μία στάλα,

Σὰν καὶ σένα δὲν εἶναι πλάσματα ἄλλα,
Σὲ λαχταρῶ σὰ διψασμένο ἀλάφι,
Νὰ τ’ ἀγαπήσω ἡ Μοῖρα μου τὸ γράφει
Τὰ δυό σου μάτια μαῦρα τὰ μεγάλα.

Ἐσὺ εἶσαι ἡ εὐτυχιά μου, ἐσὺ τὸ φῶς μου,
Πῶς θὰ ἰδῶ στὴ ζωή μου τέτοιο θᾶμα
Ποτὲ δὲν τὸ ἐφαντάστη ὁ λογισμός μου·

Νὰ μὴ σ’ ἀπαρνηθῶ σοῦ κάνω τάμα,
Ἔλα, χαρὲς καὶ βάσανα τοῦ κόσμου
Χεροπιασμένοι θὰ περνᾶμε ἀντάμα.

ΛΟΡΕΝΤΣΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ

Πίνακας: Pierre-Paul Prud'hon - Daphnis & Chloe


Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Τὸ μαρμαρωμένο βασιλόπουλο



Ἕνα παλάτι ἀδιάβατο κλειστὸ καὶ ρημαγμένο
πανώρῃο βασιλόπουλο βαστάει μαρμαρωμένο.
Δέρν᾿ ἡ θολοῦρα, ἡ χειμωνιὰ τὸ ἔρμο τὸ παλάτι,
κι᾿ οὐδὲ μιλάει τὸ μάρμαρο, οὐδὲ κι᾿ ἀνοίγει μάτι.
Λάμπει ὁ ἥλιος, κελαϊδοῦν τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀηδόνια,
κι᾿ ἐκεῖνο μένει ἀσάλευτο, βουβὸ ἀπὸ τόσα χρόνια.
Κἄποια νεράϊδα τῆς ἐρμιᾶς καὶ μάγισσα ὠργισμένη
τὸ καταράστηκε βαρειὰ καὶ μάρμαρο ἔχει γένει.
Καὶ τὸ παλάτι ἐρήμαξε, τὸ σκέπασαν τὰ δάση
κι᾿ ὡς τώρα πόδι ἀνθρωπινὸ δὲν ἔχει ἐκεῖ περάσει.
Μονάχα ὁ χρόνος, ποὺ περνάει ὁλημερὶς μπροστά του,
ἔγραψε μέσ᾿ στὸ μάρμαρο μαζὶ μὲ τ᾿ ὄνομά του:
«Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη ποὺ ἡ μοῖρα θὰ τῆς δείξῃ
τὸ σιδερόχορτο νὰ βρῇ, τὴν πόρτ᾿ αὐτὴ ν᾿ ἀνοίξῃ,
ν᾿ ἀγκαλιαστῇ τὸ μάρμαρο, σιμά του ν᾿ ἀγρυπνήσῃ
σαράντα δυὸ μερόνυχτα, γλυκὰ νὰ τὸ ξυπνήσῃ».
Εἶνε παλάτι ἐρημικὸ κι᾿ ἀπόκλειστο ἡ καρδιά μου,
μαρμαρωμένον βασιληᾶ βαστάει τὸν ἔρωτά μου.
Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη, ποὺ τὴν καρδιὰ θ᾿ ἀνοίξῃ
καὶ μὲ τὸ κρύο τὸ μάρμαρο τὰ χείλη της θὰ σμίξῃ.


ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

Πίνακας: John Singer Sargent – Statue of Perseus by night


Πηγὴ Nektarios gr. 

 

Ὁ βορειᾶς ποὺ τ' ἀρνάκια παγώνει



Ἦτον νύχτα, εἰς τὴν στέγη ἐβογγοῦσε
Ὁ βορειᾶς, καὶ ψιλὸ ἔπεφτε χιόνι.
Τί μεγάλο κακὸ νὰ ἐμηνοῦσε
Ὁ βορειᾶς ποῦ τ' ἀρνάκια παγώνει;

Μὲς στὸ σπίτι μιὰ χαροκαμμένη,
Μιὰ μητέρα ἀπὸ πόνους γεμάτη,
Στοῦ παιδιοῦ της τὴν κούνια σκυμμένη
Δέκα νύχταις δὲν ἔκλειγε μάτι,

Εἶχε τρία παιδιὰ πεθαμμένα,
Ἀγγελούδια, λευκὰ σὰν τὸν κρίνο,
Κ' ἕνα μόνον τῆς ἔμεινεν, ἕνα
Καὶ στὸν τάφο κοντὰ ἦτον κ' ἐκεῖνο.

Τὸ παιδί της μὲ κλάμμα ἐβογγοῦσε
Ὡς νὰ ἐζήταε τὸ δόλιο βοήθεια,
Κ' ἡ μητέρα σιμά του ἐθρηνοῦσε
Μὲ λαχτάρα χτυπῶντας τὰ στήθια.

Τὰ γογγύσματα ἐκεῖνα καὶ οἱ θρῆνοι
Ἐπληγόναν βαθειὰ τὴν ψυχή μου.
Σύντροφός μου ἡ ταλαίπωρη ἐκείνη,
Ἄχ, καὶ τὸ ἄῤῥωστο ἦτον παιδί μου.

Στοῦ σπιτιοῦ μου τὴ στέγη ἐβογγοῦσε
Ὁ βορειᾶς, καὶ ψιλὸ ἔπεφτε χιόνι.
Ἄχ, μεγάλο κακὸ μοῦ ἐμηνοῦσε
Ὁ βορειᾶς ποῦ τ' ἀρνάκια παγόνει.

Τὸν γιατρὸ καθὼς εἶδε, ἐσηκώθη
Σὰν τρελή. Ὅλοι γύρω ἐσωπαίναν·
Φλογεροὶ τῆς ψυχῆς της οἱ πόθοι
Μὲ τὰ λόγι' ἀπ' τὸ στόμα της βγαίναν.

«Ὤ, κακὸ ποῦ μ' εὑρῆκε μεγάλο!
Τὸ παιδί μου, Γιατρέ, τὸ παιδί μου…
Ἕνα τὤχω, δὲν μ' ἔμεινεν ἄλλο·
Σῶσέ μου το, καὶ πάρ' τὴν ψυχή μου.»

Κι' ὁ γιατρὸς μὲ τὰ μάτια σκυμμένα
Πολλὴν ὥρα δὲν ἄνοιξε στόμα.
Τέλος πάντων - ἄχ, λόγια χαμένα -
«Μὴ φοβᾶσαι, τῆς εἶπεν, ἀκόμα.»

Κ' ἐκαμώθη πῶς θέλει νὰ σκύψῃ
Στὸ παιδὶ, καὶ νὰ ἰδῇ τὸ σφυγμό του.
Ἕνα δάκρυ ἐπροσπάθαε νὰ κρύψῃ
Ποῦ κατέβ' εἰς τ' ὠχρὸ πρόσωπό του.

Στοῦ σπιτιοῦ μας τὴ στέγη ἐβογγοῦσε
Ὁ βορειᾶς, καὶ ψιλὸ ἔπεφτε χιόνι.
Ἄχ, μεγάλο κακὸ μᾶς μηνοῦσε
Ὁ βορειᾶς ποῦ τ' ἀρνάκια παγόνει.

Ἡ μητέρα ποτὲ δακρυσμένο
Τοῦ γιατροῦ νὰ μὴ νοιώσῃ τὸ μάτι,
Ὅταν ἔχει βαρειὰ ξαπλωμένο
Τὸ παιδί της σὲ πόνου κρεββάτι!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΑΛΟΚΩΣΤΑΣ

Πίνακας: Gustave Dore - The vision of Death